ευδίαιον

εὐδίαιον και εὔδιον, τὸ (Α) [ευδίαιος]
1. η άκρη, το ρύγχος τού κλύσματος
2. το γυναικείο αιδοίο
3. ο πρωκτός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδίαιον — hole in a ship neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύδιον — εὔδιον, τὸ (Α) βλ. ευδίαιον …   Dictionary of Greek

  • ψίμαρον — τὸ, Α (κατά το λεξ. Σούδα) «εὐδιαῑον» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.